Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί ενώ οι περισσότεροι από εμάς ασχολούμαστε καθημερινά και αρκετές ώρες μέσα στην ημέρα με το διαδίκτυο και ειδικότερα με τα Social Media; Η απάντηση σε αυτό βρίσκεται στην ψυχολογία, στις θεωρίες του νου και της συναισθηματικής ανάπτυξης.

Θεωρία του νου και της συναισθηματικής ανάπτυξης

Η θεωρία του νου και της συναισθηματικής ανάπτυξης είναι βασισμένη στο παιχνίδι Ultimatum, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παιχνίδια της θεωρίας των Παιγνίων. Το συγκεκριμένο αποτελείται από δύο παίκτες εκ των οποίων ο ένας είναι ο διαιρετής και ο άλλος ο παραλήπτης. Ο διαιρετής έχει στην κατοχή του χρήματα και μπορεί να πραγματοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο θέλει την διαίρεσή τους. Ο παραλήπτης μπορεί είτε να δεχτεί την οποιαδήποτε προσφορά και αυτομάτως τα χρήματα να μοιραστούν αναλόγως, είτε να μην την δεχτεί, στην οποία περίπτωση κανένας παίκτης δεν κερδίζει τίποτα. Πάνω σε αυτό έχουν πραγματοποιηθεί πολλές έρευνες από τις οποίες συνάγεται το αποτέλεσμα ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει διαφορετική αντίδραση στις προσφορές που γίνονται από έναν άνθρωπο και στις προσφορές ενός υπολογιστή.

Συγκεκριμένα μια άδικη προσφορά που μπορεί να γίνει από ένα άνθρωπο έχει πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα απόρριψης από μια ακριβώς ίδια προσφορά η οποία προέρχεται από έναν υπολογιστή. Αυτά τα ευρήματα τεκμηριώνονται από νευροαπεικονιστικά αποτελέσματα στα οποία παρατηρείτε μεγαλύτερη ενεργοποίηση περιοχών του εγκεφάλου που σχετίζονται με συναισθηματικά αρνητικές καταστάσεις. Φαίνεται λοιπόν πως οι υπολογιστές προκαλούν μικρότερη δραστηριότητα στις συγκεκριμένες εγκεφαλικές περιοχές. Αυτό οφείλεται στο ότι η συναναστροφή με ανθρώπους πυροδοτεί μια σειρά από ακούσιες εγκεφαλικές αντιδράσεις. Οι αντιδράσεις αυτές με την σειρά τους ενεργοποιούν άλλες εγκεφαλικές περιοχές οι οποίες αναλαμβάνουν την ερμηνεία των συμπεριφορών και δημιουργούν μοντέλα για κάθε ανθρώπινο νου.

Παράλληλα βγάζουν συμπεράσματα για τις ψυχικές καταστάσεις των ατόμων και λαμβάνουν υπόψιν τους στην διαδικασία της ερμηνείας, χαρακτηριστικά που προκύπτουν μέσω της αλληλεπίδρασης, τα οποία είναι οι εκφράσεις του προσώπου, οι προθέσεις που διακρίνονται μέσω αυτών και πολλά άλλα που κάνουν την διαδικασία αυτή τόσο απαιτητική. Βασιζόμενοι σε αυτά λοιπόν μπορούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί οι άνθρωποι έχουν την τάση να ασχολούνται περισσότερο με το διαδίκτυο και να το προτιμούν ασυνείδητα από τις ανθρώπινες σχέσεις.

 Οι διαφορές της επικοινωνίας με ανθρώπους και υπολογιστές

Έρευνες έχουν δείξει ότι οι ανθρώπινες συναναστροφές βασίζονται ως επί το πλείστον  σε μη λεκτική επικοινωνία. Κατά την διάρκεια της επικοινωνίας μας ανταλλάσσουμε μη λεκτικά σήματα όπως είναι οι εκφράσεις του προσώπου, ο τόνος της φωνής, οι χειρονομίες, η γλώσσα του σώματος, το βλέμμα μέχρι και η σωματική απόστασή μας. Όλα αυτά τα σημάδια μας καθιστούν ικανούς να κατανοήσουμε το πραγματικό νόημα των προθέσεων, το ενδιαφέρον του κάθε ατόμου, το άγχος ή την αυτοπεποίθηση που μπορεί να έχει και σε ορισμένες περιπτώσεις κατά πόσο ελκύεται από εμάς. Σε αυτά έγκειται η ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης διαπροσωπικής επικοινωνίας. Όλη αυτή η προσπάθεια που καταβάλλεται από τον ανθρώπινο εγκέφαλο δεν πραγματοποιείται στον ίδιο βαθμό στην περίπτωση της διαδικτυακής συναναστροφής.

Στην προκειμένη περίπτωση το άτομο δεν μπορεί να αντικρίσει τον συνομιλητή του την στιγμή που πραγματοποιείται η επικοινωνία, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να καταλάβει και να ερμηνεύσει τις προθέσεις και τα συναισθήματά του. Δεν μπορεί δηλαδή να είναι παρατηρητής.

Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το παράδειγμα μίας μητέρας η οποία επικοινωνούσε διαδικτυακά μέσω μηνυμάτων με την φοιτήτρια κόρη της. Αυτό που συνέβη ήταν πολύ ατυχές καθώς η κόρη που της έδινε την εντύπωση ότι ήταν καλά, το ίδιο βράδυ επιχείρησε αυτοκτονία.

Συμπερασματικά λοιπόν τα social media αντικατοπτρίζουν μια εικονική πραγματικότητα η οποία δεν μπορεί να ταυτιστεί με τα αληθινά γεγονότα. Όλα αυτά λοιπόν κάνουν τις συναναστροφές των ανθρώπων με τους υπολογιστές πιο εύκολες καθώς απαιτούν λιγότερη σκέψη και προσπάθεια.