Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας χτίζει ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον στο οποίο όχι μόνο οι επιχειρηματίες αλλά και πελάτες πρέπει να προσαρμοστούν. Επιτρέψ’  τε μας να κάνουμε μία ανασκόπηση και σύγκριση του παρελθόντος με το παρόν, όσον αφορά στον κόσμο του μάρκετινγκ και της επικοινωνίας προβολής των επιχειρήσεων.

 Στο παρελθόν, η διαφήμιση ήταν ένα προνόμιο κυρίως των μεγάλων επιχειρήσεων, καθώς η τηλεοπτική, η ραδιοφωνική, η έντυπη και η διαφήμιση εξωτερικών χώρων, που ήταν οι επικρατούσες διαφημιστικές τάσεις, απαιτούσαν αρκετά υψηλά χρηματικά ποσά τα οποία μια μικρομεσαία ή μικρή επιχείρηση προφανώς δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει. Επίσης, η εξυπηρέτηση πελατών ή μάλλον η «μη εξυπηρέτηση» λόγω φόρτου εργασίας και αυξημένης ζήτησης, προκαλούσε πονοκέφαλο σε πελάτες και εργαζομένους.

  Σήμερα το σκηνικό αλλάζει, καθώς οι επιχειρήσεις όλων των μεγεθών είναι σε θέση να αξιοποιούν το εργαλείο των social media, το οποίο τους δίνει εικόνα, φωνή και πολλές φορές εξαιρετικά influential παρουσία. Αξίζει να αναφερθεί ότι υπολογίζεται πως από το σύνολο των χρηστών του διαδικτύου, το 1/3 διαθέτει προφίλ στο δημοφιλέστερο κοινωνικό δίκτυο αυτή τη στιγμή, που δεν είναι άλλο από το Facebook. Για να επιστρέψουμε στις προσφερόμενες υπηρεσίες, είναι προφανές πως βελτιώνονται σημαντικά από τη στιγμή που παύουν πλέον οι ουρές και η τηλεφωνική αναμονή. Από τη στιγμή που η επιχείρηση βρίσκεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η επικοινωνία γίνεται ευκολότερη, πιο άμεση και κατ’ επέκταση συνεχής. Έτσι, οι απασχολούμενοι στην εξυπηρέτηση φτάνουν κάποιες φορές να είναι διαθέσιμοι επί 24ώρου βάσης, γεγονός που ως αποτέλεσμα έχει ικανοποιημένους πελάτες και άρα ενδυνάμωση της φήμης της επιχείρησης μέσω της ασυναγώνιστης δύναμης της διάδοσης από στόμα σε στόμα (word of mouth), που τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, συνοδεύεται  από αύξηση πωλήσεων.

 Επιπλέον, η στροφή προς τη digital πραγματικότητα, έχει διαμορφώσει τις ανάγκες της διαφήμισης, καθώς δεν αρκεί απλά μια έξυπνη καμπάνια η οποία θα προσελκύσει κοινό και θα αυξήσει τις πωλήσεις, αλλά μια συνεχής και παραγωγική δημιουργία περιεχομένου και storytelling, πάντα σχετικού με το προϊόν, που θα είναι ενδιαφέρον και ελκυστικό για το κοινό της επιχείρησης. Η δυνατή ανάπτυξη περιεχομένου τόσο στο site όσο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιπλέον, έχει αποδείξει πως αυξάνει τα επίπεδα του engagement των ήδη υπαρχόντων πελατών αλλά και δημιουργεί καινούργιους πιστούς πελάτες. Εδώ, θέλει προσοχή η επιχείρηση να δημιουργεί σελίδες που να είναι προσαρμοσμένες στους κανόνες του SEO (Search Engine Optimization), ώστε ο πελάτης να βρίσκει εύκολα αυτό ψάχνει με τις κατάλληλες λέξεις κλειδιά.

 Εκτός από την ανάπτυξη δυνατού περιεχομένου, το οποίο απαιτεί στρατηγικό χειρισμό από τα άτομα είτε της ίδιας της επιχείρησης είτε ακόμα καλύτερα, από experts ψηφιακού μάρκετινγκ, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δίνουν τη δυνατότητα στόχευσης στα κοινά που είναι πιο πιθανό να ενδιαφέρονται για τα προϊόντα που προσφέρει η επιχείρηση, μέσω της πληρωμένης διαφήμισης. Αυτό που κάνει να ξεχωρίζει τη διαφήμιση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από τα υπόλοιπα μέσα προβολής, εκτός από την αμεσότητα και τη δυνατότητα ξεκάθαρης στόχευσης, είναι η ευελιξία του καθορισμού του προϋπολογισμού της καμπάνιας ανά πάσα στιγμή, αναλόγως με τις εκάστοτε ανάγκες της επιχείρησης. Αυτό σημαίνει, πως η ίδια η επιχείρηση διαλέγει τη διάρκεια της καμπάνιας που θα τρέξει καθώς και το ημερήσιο budget που επιθυμεί να διαθέσει, με την δυνατότητα να διακόψει ή να επεξεργαστεί τις ρυθμίσεις εύκολα και γρήγορα.  Τέλος, βασική προϋπόθεση για την επιχείρηση είναι η εικόνα που προβάλλει να είναι απολύτως συνεπής με την ποιότητα του προσφερόμενου προϊόντος.